L. Aemilio Paulo consuli iterum bellum cum Perse rege gerere obtigit. Ut domum ad vesperum rediit, filiola eius Tertia, quae tum erat admodum parvula, ad complexum patris cucurrit. Pater filiae osculum dedit sed animadvertit eam esse tristiculam. «Quid est» inquit «mea Tertia? Cur tristis es? Quid tibi accidit?» «Mi pater» respondit illa «Persa periit». Perierat enim catellus eo nomine, quem puella multum amābat. Tum pater Tertiae dixit «omen accipio». Sic ex fortuīto dicto spem praeclāri triumphi animo praesumpsit.

Λατινικά Μετάφραση
L. Aemilio Paulo Στον Λεύκιο Αιμίλιο Παύλο,
consuli iterum ύπατο για δεύτερη φορά,
obtigit gerere bellum cum Perse rege. έτυχε να διεξαγάγει πόλεμο εναντίον του Περσέα, του βασιλιά.
Ut rediit domum ad vesperum, Καθώς γύριζε προς το σπίτι του κατά το βραδάκι,
filiola eius Tertia, η κορούλα του η Τερτία,
quae tum erat admodum parvula, η οποία τότε ήταν πάρα πολύ μικρή,
cucurrit ad complexum patris. έτρεξε στην αγκαλιά του πατέρα της.
Pater dedit filiae osculum Ο πατέρας έδωσε στην κόρη ένα φιλί
sed animadvertit eam esse tristiculam. αλλά παρατήρησε ότι αυτή ήταν λιγάκι λυπημένη.
«Quid est» inquit «Τι συμβαίνει;» είπε
«mea Tertia?» «Τερτία μου;»
Cur tristis es? «Γιατί είσαι λυπημένη;»
Quid tibi accidit? «Τι (σου) συνέβη;»
«Mi pater» respondit illa «Πατέρα μου,» απάντησε εκείνη
«Persa periit». «Ο Πέρσης πέθανε.»
Perierat enim catellus Είχε πράγματι πεθάνει ένα σκυλάκι
eo nomine, quem puella multum amābat. με αυτό το όνομα, το οποίο η κοπέλα αγαπούσε πολύ.
Tum pater Tertiae dixit «omen accipio». Τότε ο πατέρας είπε στην Τερτία «δέχομαι τον οιωνό».
Sic ex fortuito dicto praesumpsit animo spem praeclari triumphi. Έτσι από τυχαίο λόγο προγεύτηκε στην ψυχή του την ελπίδα ενός ένδοξου θριάμβου.

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

L. (Lucio): δοτική ενικού, αρσενικό, του ουσιαστικού Lucius, Lucii/Luci, β΄ κλίση = ο Λεύκιος. Ως κύριο όνομα δεν σχηματίζει κατ’ κανόνα πληθυντικό αριθμό.

Aemilio: δοτική ενικού, αρσενικό, του ουσιαστικού Aemilius, Aemilii/Aemili, β΄ κλίση = ο Αιμίλιος. Ως κύριο όνομα δεν σχηματίζει κατ’ κανόνα πληθυντικό αριθμό.

Paulo: δοτική ενικού, αρσενικό, του ουσιαστικού Paulus, Pauli, β΄ κλίση = ο Παύλος. Ως κύριο όνομα δεν σχηματίζει κατ’ κανόνα πληθυντικό αριθμό.

consuli: δοτική ενικού, αρσενικό, του ουσιαστικού consul, consulis, γ΄ κλίση = ο ύπατος.

iterum: επίρρημα χρονικό = για δεύτερη φορά.

bellum: αιτιατική ενικού, ουδέτερο, του ουσιαστικού bellum, belli, β΄ κλίση = ο πόλεμος.

cum: πρόθεση που συντάσσεται με αφαιρετική = εναντίον, με.

Perse: αφαιρετική ενικού, αρσενικό, του ουσιαστικού Perses, Persae, α΄ κλίση = ο Περσέας. Ως κύριο όνομα δεν σχηματίζει κατ’ κανόνα πληθυντικό αριθμό.

rege: αφαιρετική ενικού, αρσενικό, του ουσιαστικού rex, regis, γ΄ κλίση = ο βασιλιάς.

gerere: απαρέμφατο ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος gero, gessi, gestum, gerĕre, 3 = διεξάγω.

obtigit: γ΄ ενικό οριστικής παρακειμένου του απροσώπου ρήματος obtingĕre, 3 = τύχησε, έτυχε.

Ut: υποτακτικός σύνδεσμος χρονικός = μόλις, όταν.

domum: αιτιατική ενικού, θηλυκό, του ουσιαστικού domus, -us, δ΄ κλίση = σπίτι. Εδώ επίρρημα κίνησης = προς το σπίτι.

ad: πρόθεση με αιτιατική = προς, σε.

vesperum: αιτιατική ενικού, αρσενικό, του ουσιαστικού vesper, vesperi, β΄ κλίση = το βράδυ.

rediit: γ΄ ενικό οριστικής παρακειμένου του ανώμαλου ρήματος redire = επέστρεψε.

filiola: ονομαστική ενικού, θηλυκό, υποκοριστικό του filia, α΄ κλίση = κορούλα.

eius: γενική ενικού, αρσενικό, αντωνυμία is, ea, id = του, της.

Tertia: ονομαστική ενικού, θηλυκό, α΄ κλίση = Τερτία.

quae: ονομαστική ενικού, θηλυκό, αναφορική αντωνυμία = η οποία.

tum: επίρρημα χρονικό = τότε.

erat: παρατατικός του sum = ήταν.

admodum: επίρρημα ποσοτικό = πάρα πολύ.

parvula: ονομαστική ενικού, θηλυκό, υποκοριστικό του parvulus, β΄ κλίση = μικρούλα.

complexum: αιτιατική ενικού, αρσενικό, δ΄ κλίση = αγκαλιά.

patris: γενική ενικού, αρσενικό, γ΄ κλίση = του πατέρα.

cucurrit: γ΄ ενικό οριστικής παρακειμένου του currĕre = έτρεξε.

Pater: ονομαστική ενικού, αρσενικό, γ΄ κλίση = ο πατέρας.

filiae: δοτική ενικού, θηλυκό, α΄ κλίση = στην κόρη.

osculum: αιτιατική ενικού, ουδέτερο, β΄ κλίση = φιλί.

dedit: γ΄ ενικό οριστικής παρακειμένου του dare = έδωσε.

sed: σύνδεσμος = αλλά.

animadvertit: γ΄ ενικό οριστικής παρακειμένου του animadvertĕre = παρατήρησε.

eam: αιτιατική ενικού, θηλυκό, αντωνυμία = αυτή.

esse: απαρέμφατο του sum = είναι.

tristiculam: αιτιατική ενικού, θηλυκό, υποκοριστικό του tristiculus, β΄ κλίση = κάπως λυπημένη.

Quid: ερωτηματική αντωνυμία = τι;

est: ενεστώτας του sum = είναι.

inquit: γ΄ ενικό οριστικής παρακειμένου του ελλειπτικού inquam = λέει.

mea: κτητική αντωνυμία = μου.

Cur: ερωτηματικό επίρρημα = γιατί;

tristis: ονομαστική, θηλυκό, tristis, γ΄ κλίση = λυπημένη.

es: β΄ ενικό του sum = είσαι.

tibi: δοτική β΄ προσώπου = σε εσένα.

accidit: απρόσωπο παρακείμενο του accidĕre = συνέβη.

Mi: κλητική κτητικής = μου.

pater: κλητική του pater = πατέρα.

respondit: γ΄ ενικό οριστικής παρακειμένου του respondēre = απάντησε.

illa: ονομαστική, θηλυκό, αντωνυμία = εκείνη.

Persa: ονομαστική, αρσενικό, α΄ κλίση = ο Πέρσης.

periit: γ΄ ενικό οριστικής παρακειμένου του perire = πέθανε.

Perierat: γ΄ ενικό υπερσυντελίκου του perire = είχε πεθάνει.

enim: σύνδεσμος = δηλαδή.

catellus: ονομαστική ενικού, αρσενικό, β΄ κλίση = σκυλάκι.

eo: αφαιρετική αντωνυμίας = με αυτό.

nomine: αφαιρετική, ουδέτερο, τρίτη κλίση = όνομα.

quem: αιτιατική αναφορικής = τον οποίο.

puella: ονομαστική ενικού, θηλυκό, α΄ κλίση = κοπέλα.

multum: επίρρημα = πολύ.

amābat: παρατατικός του amāre = αγαπούσε.

Tum: επίρρημα = τότε.

dixit: γ΄ ενικό οριστικής παρακειμένου του dicĕre = είπε.

Tertiae: δοτική ενικού, θηλυκό = στην Τερτία.

omen: αιτιατική ενικού, ουδέτερο, τρίτη κλίση = οιωνός.

accipio: α΄ ενικό ενεστώτα του accipĕre = δέχομαι.

Sic: επίρρημα = έτσι.

ex: πρόθεση με αφαιρετική = από.

fortuito: αφαιρετική, ουδέτερο, β΄ κλίση = τυχαίο.

dicto: αφαιρετική, ουδέτερο, β΄ κλίση = λόγο.

spem: αιτιατική, θηλυκό, ε΄ κλίση = ελπίδα.

praeclari: γενική, αρσενικό, β΄ κλίση = λαμπρού.

triumphi: γενική, αρσενικό, β΄ κλίση = θριάμβου.

animo: αφαιρετική, αρσενικό, β΄ κλίση = ψυχή.

praesumpsit: γ΄ ενικό παρακειμένου του praesumĕre = προγεύτηκε.