«Φιλοκτήτης» του Σοφοκλή


ΦΙΛΟΚΤΗΤΟΥ ΥΠΟΘΕΣΙΣ

Ἀπαγωγὴ Φιλοκτήτου ἐκ Λήμνου εἰς Τροίαν ὑπό Νεοπτολέμου καὶ Ὀδυσσέως καθ' Ἑλένου μαντείαν, ὃς κατὰ μαντείαν Κάλχαντος, ὡς εἰδὼς χρησμοὺς συντελοῦντας πρὸς τὴν τῆς Τροίας ἅλωσιν, ὑπὸ Ὀδυσσέως νύκτωρ ἐνεδρευθείς, δέσμιος ἤχθη τοῖς Ἕλλησιν. Ἡ δὲ σκηνὴ ἐν Λήμνῳ. Ὁ δὲ χορὸς ἐκ γερόντων τῶν τῷ Νεοπτολέμῳ συμπλεόντων. Κεῖται καὶ παρ' Αἰσχύλῳ ἡ μυθοποιΐα. Ἐδιδάχθη ἐπὶ Γλαυκίππου· πρῶτος ἦν Σοφοκλῆς.

Ο Νεοπτόλεμος και ο Οδυσσεύς απήγαγαν τον Φιλοκτήτη, για να τον μεταφέρουν από τη Λήμνο στην Τροία σύμφωνα με την μαντεία του Έλενου. Ο Κάλχας φανέρωσε στους Έλληνες ότι ο Έλενος γνώριζε τους χρησμούς που θα βοηθούσαν στην άλωση της Τροίας, γι' αυτό ο Οδυσσεύς του έστησε ενέδρα και τον συνέλαβε. Το έργο διαδραματίζεται στη Λήμνο. Ο χορός αποτελείται από γέροντες ναύτες του Νεοπτόλεμου. Ο μύθος δραματοποιήθηκε και από τον Αισχύλο. Διδάχθηκε (η τραγωδία), όταν ήταν άρχων ο Γλαύκιππος. Ο Σοφοκλής πήρε το πρώτο βραβείο.

Κατά τον Σοφοκλή, ο Φιλοκτήτης, γιος του Ποίαντα, βασιλιάς της Μαλίδας. περιοχής της Φθίας, έλαβε μέρος στην εκστρατεία εναντίον της Τροίας, οπλισμένος με τα όπλα του Ηρακλή. Όταν ο στόλος των Αχαιών παρέπλεε τη Λήμνο, αγκυροβόλησε κοντά στο μικρό νησί, τη Χρύση, για να προσφέρουν θυσία στον βωμό της νύμφης Χρύσης. Τη θυσία αυτή ανέλαβε να προσφέρει ο Φιλοκτήτης. Καθώς αναζητούσε τον βωμό, τον δάγκωσε στο πόδι ένα φαρμακερό φίδι και του προξένησε φοβερή δύσοσμη πληγή. Επειδή οι Ατρείδες δεν μπορούσαν να υποφέρουν τις κραυγές του, οι οποίες διατάρασσαν, όπως ισχυρίστηκαν, την τελετουργική σιγή της θυσίας, αποφάσισαν να τον εγκαταλείψουν σε μια έρημη ακτή της Λήμνου. Αυτή την πράξη ανέλαβε ο Οδυσσεύς. Εκεί έζησε ο Φιλοκτήτης για δέκα χρόνια υποφέροντας από την αρρώστια, την πείνα και τη μοναξιά. Μόνη βοήθεια γι' αυτόν ήταν τα όπλα, με τα οποία εξασφάλιζε την τροφή του. Οι άθλιες αυτές συνθήκες διαβίωσής του επιτείνουν το μίσος και τα αισθήματα εκδίκησης του Φιλοκτήτη εναντίον των Ατρειδών και του Οδυσσέα για την απάνθρωπη μεταχείριση που του επιφύλαξαν.

Στο δέκατο έτος του πολέμου, όταν πλέον έχουν χαθεί πολλοί Αχαιοί ήρωες (Αχιλλεύς, Αίας), ο μάντης Κάλχας πληροφορεί τους Αχαιούς ότι το μυστικό της εκπόρθησης της Τροίας κατέχει ο γιος του Πριάμου, ο Έλενος, τον οποίο συλλαμβάνει με ενέδρα ο Οδυσσεύς και τον οδηγεί στους Αχαιούς. Αυτός προφητεύει ότι για την άλωση της Τροίας απαιτείται η παρουσία του Φιλοκτήτη με τα όπλα του. Με εντολή των Ατρειδών φεύγουν από την Τροία για τη Λήμνο ο Οδυσσεύς με τον Νεοπτόλεμο, γιο του Αχιλλέα, με σκοπό να οδηγήσουν τον Φιλοκτήτη με τα όπλα του στην Τροία, με τη βία ή την πειθώ. Οι δύο άνδρες φθάνουν στη Λήμνο, αποβιβάζονται στην ερημική ακτή και, συνοδευόμενοι από ένα ναύτη, προχωρούν προς τη σπηλιά, όπου κατοικεί ο Φιλοκτήτης.

Το δράμα διδάχτηκε την άνοιξη του 409 π.Χ. στα Μεγάλα ή ἐν ἄστει Διονύσια, όταν ήταν επώνυμος άρχων ο Γλαύκιππος, και ο ποιητής τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο.

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

Οδυσσεύς: Βασιλιάς της Ιθάκη
Νεοπτόλεμος: Γιος του Αχιλλέα, συνοδός του Οδυσσέα
Φιλοκτήτης: Γιος του Ποίαντα, βασιλιάς των Θεσσαλών
Χορός: Ναύτες του πλοίου του Νεοπτόλεμου
Έμπορος: Κατάσκοπος του Οδυσσέα, μεταμφιεσμένος σε έμπορο
Ηρακλής: Ημίθεος, γιος του Δία και της Αλκμήνης