«Ελένη» του Ευριπίδη


 YΠOΘEΣH

[O Ευριπίδης όμως λέει] ότι η πραγματική Ελένη δεν ήρθε καθόλου στην Τροία, αλλά το είδωλό της. Ο Ερμής την άρπαξε σύμφωνα με τη βούληση της Ήρας και την έδωσε στον Πρωτέα, το βασιλιά της Αιγύπτου, για να την προστατεύει. Όταν όμως αυτός πέθανε, ο γιος του ο Θεοκλύμενος προσπαθούσε να την κάνει γυναίκα του κι αυτή κατέφυγε σαν ικέτισσα στον τάφο του Πρωτέα. Παρουσιάζεται λοιπόν σ’ αυτήν ο Μενέλαος. Έχει χάσει στη θάλασσα τα πλοία του και προσπαθεί να διασώσει τους λίγους συντρόφους του που κρύβονται σε μια σπηλιά. Αφού λοιπόν ο Mενέλαος και η Eλένη συνεννοήθηκαν μεταξύ τους κι έστησαν ένα δόλιο σχέδιο, εξαπάτησαν το Θεοκλύμενο και μπήκαν οι ίδιοι σε πλοίο, για να κάνουν δήθεν θυσία στη θάλασσα τιμώντας το νεκρό Μενέλαο. Τελικά σώθηκαν και γύρισαν πίσω στην πατρίδα τους. (Aπόσπασμα από την «Yπόθεση», όπως έχει παραδοθεί στα χειρόγραφα, μτφρ. Ν. Δεσύπρης)

TA ΠPOΣΩΠA TOY ΔPAMATOΣ

ΕΛΕΝΗ: Σύζυγος του Μενέλαου
ΤΕYΚΡOΣ: Tρωικός ήρωας, αδελφός του Αίαντα του Τελαμώνιου
ΧOΡOΣ: Ελληνίδες αιχμάλωτες, ακόλουθες της Ελένης
ΜΕΝΕΛΑOΣ: Βασιλιάς της Σπάρτης, αδελφός του Αγαμέμνονα
ΓΕΡOΝΤΙΣΣΑ: Yπηρέτρια στο παλάτι του Θεοκλύμενου
ΑΓΓΕΛΙΑΦOΡOΣ Α': Έλληνας σύντροφος του Μενέλαου
ΘΕOΝOΗ: Μάντισσα, αδελφή του Θεοκλύμενου
ΘΕΟΚΛΥΜΕΝΟΣ: Γιος του Πρωτέα, βασιλιάς της Αιγύπτου
ΑΓΓΕΛΙΑΦOΡOΣ Β': Αιγύπτιος ναύτης
ΥΠΗΡΕΤΗΣ: Yπηρέτης της Θεονόης
ΔΙOΣΚOYΡOΙ: Κάστορας και Πολυδεύκης, αδελφοί της Ελένης

EYPIΠIΔHΣ, AΘHNAIOΣ

Γέρασε ανάμεσα στη φωτιά της Τροίας
και στα λατομεία της Σικελίας.

Του άρεσαν οι σπηλιές στην αμμουδιά κι οι ζωγραφιές της θάλασσας.
Είδε τις φλέβες των ανθρώπων
σαν ένα δίχτυ θεών, όπου μας πιάνουν σαν τ’ αγρίμια·
προσπάθησε να το τρυπήσει.
Ήταν στρυφνός, οι φίλοι του ήταν λίγοι·
ήρθε ο καιρός και τον σπαράξαν τα σκυλιά.

Γ. Σεφέρης, «Ημερολόγιο Kαταστρώματος, Γ»
(Aπό το Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)