71 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ


12 Οκτωβρίου 1944. Ήταν ένα ηλιόλουστο πρωινό Πέμπτης, όταν οι καμπάνες των εκκλησιών άρχισαν να χτυπούν χαρμόσυνα, καλώντας τους Αθηναίους να ξεχυθούν στους δρόμους και να πανηγυρίσουν το τέλος της γερμανικής κατοχής. Ως τις 3 Νοεμβρίου ο τελευταίος Γερμανός (και Βούλγαρος) στρατιώτης είχε αποχωρήσει από την ηπειρωτική Ελλάδα.

Η αντίστροφη μέτρηση για την αποχώρηση των Γερμανών και των συμμάχων τους Βουλγάρων από την Ελλάδα είχε σημάνει λίγους μήνες νωρίτερα. Πριν από την αποχώρηση των Γερμανών από την Αθήνα, οι δυνάμεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ είχαν απελευθερώσει το μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας, ενώ από το Μάιο του 1944 είχε συγκροτηθεί η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης με το συνέδριο των Κορυσχάδων, στην Ευρυτανία. Ήδη, στις 2 Σεπτεμβρίου του 1944 ολοκληρώθηκε ο σχηματισμός κυβέρνησης εθνικής ενότητας με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου, ένα σχήμα στο οποίο συμμετείχαν επίσης εκπρόσωποι της Αριστεράς.

Στις 26 Σεπτεμβρίου, στην ομώνυμη πόλη της Ιταλίας υπογράφηκε η ιστορική Συμφωνία της Καζέρτας, ανάμεσα στην κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου και των ελληνικών αντιστασιακών οργανώσεων ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο) και ΕΔΕΣ (Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος). Οι συνομιλίες τελούσαν υπό την επίβλεψη των Βρετανών.

Η Συμφωνία της Καζέρτας όριζε ότι όλες οι δυνάμεις των ανταρτών που δρούσαν στην Ελλάδα ετίθεντο «υπό τας διαταγάς της κυβερνήσεως εθνικής ενότητος», η οποία με την σειρά της έθετε τις δυνάμεις αυτές υπό την επίβλεψη των Βρετανών και ειδικότερα, υπό τον Βρετανό στρατηγό Ρόναλντ Σκόμπι. Στόχος ήταν η χώρα να οδηγηθεί στην ομαλότητα αμέσως μετά από την απελευθέρωσή της.

Στις 6 Ιουνίου, οι Σύμμαχοι αποβιβάστηκαν στη Νορμανδία και άρχισαν να περισφίγγουν τον κλοιό γύρω από τη Γερμανία μαζί τους προελαύνοντες Σοβιετικούς από την ανατολική πλευρά. Ήταν φανερό ότι οι ημέρες της Ναζιστικής Γερμανίας ήταν μετρημένες.

Οι Γερμανοί άρχισαν να αποχωρούν σταδιακά από την Αθήνα από το βράδυ της 11ης Οκτωβρίου με κατεύθυνση προς Βορρά. Στις 8 το πρωί της 12ης Οκτωβρίου, οι ελάχιστοι Γερμανοί που είχαν απομείνει στην Αθήνα, συγκεντρώθηκαν στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Εκεί, σε μία πρόχειρη όσο και βιαστική τελετή, με μια κίνηση δήθεν ανωτερότητας, ο επικεφαλής των κατοχικών δυνάμεων, στρατηγός Χέλμουτ Φέλμι, συνοδευόμενος από τον κατοχικό δήμαρχο Αθηναίων Άγγελο Γεωργάτο, κατέθεσε στεφάνι, το οποίο λίγο αργότερα ποδοπάτησαν οι Έλληνες πολίτες.

Στο Σύνταγμα, την Ομόνοια, την οδό Πανεπιστημίου, στη Σταδίου, στο Ζάππειο και στην Ακαδημίας, ο κόσμος γιόρταζε την απελευθέρωση. Γνωστοί και άγνωστοι αγκαλιάζονταν ο ένας με τον άλλον, ενώ γαλανόλευκες σημαίες υψώθηκαν στα περισσότερα κτήρια.

Χιλιάδες κόσμου με τη γαλανόλευκη στα χέρια αλληλοασπάζονταν, αναφωνώντας «Χριστός Ανέστη», παιδιά σκαρφάλωναν στις οροφές των τραμ, ενώ απ' άκρη σ' άκρη αντηχούσε ο Εθνικός Ύμνος. Μετά από τριάμισι χρόνια δουλείας και σκλαβιάς οι Αθηναίοι ανάπνεαν για πρώτη φορά τον μεθυστικό αέρα της λευτεριάς.

Από παντού ακούγονταν οι λέξεις: «Φεύγουνε - Φεύγουνε!». Ναι, έφευγαν! Αυτή η χαρμόσυνη είδηση ακουγόταν παντού από διαβάτες, μπαλκόνια και παράθυρα ορθάνοιχτα! Ο λαός ξαναζούσε φωναχτά, με νικητήριες κραυγές και τραγούδια, την ενότητα, των πρώτων ημερών της κατοχής. Η χαρά αυτή και η ενότητα όμως δεν θα διαρκέσουν δυστυχώς πολύ.

Οι τελευταίες ημέρες της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα δεν ήταν ειρηνικές και αναίμακτες. Πολιτική των κατακτητών ήταν η καταστροφή όλων των υποδομών της χώρας. Οι 1.625 ημέρες της γερμανικής κατοχής θα ολοκληρωθούν με τον πλέον βάρβαρο τρόπο. Τα γερμανικά στρατεύματα την ώρα της αποχώρησής τους καίνε τα πάντα στο πέρασμά τους. Αδειάζουν καταυλισμούς αποθήκες, ιδρύματα, υπηρεσίες, γραφεία, σχολεία. Καταστρέφουν τα εργοστάσια του Πειραιά και εκτελούν Έλληνες πατριώτες στο Δαφνί.

Στις έξι ημέρες που πέρασαν μέχρι την άφιξη της κυβέρνησης στην Αθήνα, την εξουσία ασκούσε τριμελής επιτροπή, αποτελούμενη από τους Θεμιστοκλή Τσάτσο, Φίλιππο Μανουηλίδη και Γιάννη Ζεύγο, συνεπικουρούμενη από τον διοικητή της Αστυνομίας Αθηνών, Άγγελο Έβερτ. Δύο ημέρες αργότερα άρχισαν καταφθάνουν στην πρωτεύουσα δυνάμεις του 3ου Σώματος του βρετανικού στρατού υπό τον αντιστράτηγο Ρόναλντ Σκόμπι, που έγιναν δεκτές με ενθουσιασμό από τους Αθηναίους.

Στις 18 Οκτωβρίου έφτασε στην Αθήνα ο Γεώργιος Παπανδρέου και η κυβέρνησή του. Την ίδια ημέρα, ο πρωθυπουργός σε μία συγκινητική τελετή ύψωσε την ελληνική σημαία στην Ακρόπολη και στη συνέχεια μίλησε στο συγκεντρωμένο πλήθος που είχε γεμίσει ασφυκτικά την πλατεία Συντάγματος από τον εξώστη του Υπουργείου Οικονομικών.

Σε μία αριστοτεχνικά δομημένη ομιλία του εξήγγειλε τις προθέσεις της κυβέρνησής του, τονίζοντας, μεταξύ άλλων, την ανάγκη να ικανοποιηθούν οι εθνικές διεκδικήσεις, να αποκατασταθεί η λαϊκή κυριαρχία, να επιλυθεί το πολιτειακό ζήτημα μετά από ελεύθερο δημοψήφισμα και να τιμωρηθούν οι συνεργάτες των κατακτητών.

Πίσω, όμως, από την πανηγυρική και συναινετική ατμόσφαιρα των πρώτων ημερών της Απελευθέρωσης, επικρέμονταν εκείνα τα προβλήματα και οι αντιθέσεις, που σε ελάχιστο χρονικό διάστημα θα ξεσπούσαν για να κορυφωθούν στην εμφύλια τραγωδία.

Η Ελλάδα έβγαινε από την πολεμική περιπέτεια ουσιαστικά κατεστραμμένη. Οι απώλειες του ελληνικού λαού στη διάρκεια της τετράχρονης κατοχής και του αντιστασιακού αγώνα ήταν πάμπολλες: ο αριθμός των νεκρών σε μάχες, των εκτελεσμένων και δολοφονημένων, όσων θανατώθηκαν ως όμηροι στα γερμανικά στρατόπεδα και όσων πέθαναν από την πείνα και τις κακουχίες ανέρχεται σε περίπου 500.000. Τα πάσης φύσεως καμένα κτίρια υπολογίζονται στα 155.000 ενώ οι πυροπαθείς οικογένειες σε 111.000 σε όλη την Ελλάδα. Ας σημειωθεί ότι 1.700 ήταν τα ολοκληρωτικά πυρπολημένα ελληνικά χωριά. Οι ζημιές στην οικονομία υπολογίζονται σε 40-80% μείωση της γεωργικής παραγωγής στα διάφορα αγροτικά προϊόντα, μείωση του κτηνοτροφικού κεφαλαίου κατά 50% για τα μεγάλα ζώα και 30% για τα μικρά, ελάττωση των δασών κατά 20%, καταστροφή των μεταλλευτικών εγκαταστάσεων και νέκρωση της σχετικής παραγωγής, ελάττωση της βιομηχανικής παραγωγής κατά 50%, καταστροφή των συγκοινωνιών, δηλαδή του σιδηροδρομικού υλικού και δικτύου και του οδικού δικτύου, αρπαγή του 70% των αυτοκινήτων, καταστροφή λιμανιών και της διώρυγος της Κορίνθου, απώλεια κατά 73% της εμπορικής και επιβατηγού ναυτιλίας της χώρας.

Για την Ελλάδα, η μετάβαση από τον πόλεμο στην ειρήνη επανέφερε το αίτημα για ικανοποίηση των εθνικών αξιώσεων της χώρας όσον αφορά στην ενσωμάτωση των εδαφών της Βορείου Ηπείρου, της Κύπρου και των Δωδεκανήσων. Ο ρόλος της χώρας στο συμμαχικό αγώνα και οι αρχές που περιλήφθηκαν σε διεθνείς διακηρύξεις, όπως ο Χάρτης του Ατλαντικού (Αύγουστος 1941) και ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών (Ιούνιος 1945), δημιουργούσαν αισιοδοξία για την ικανοποίηση του ελληνικού αιτήματος. Άλλωστε, στη διάρκεια του πολέμου, δεν είχαν λείψει οι διαπραγματεύσεις και οι συζητήσεις για τα ζητήματα αυτά τόσο ανάμεσα στην ελληνική κυβέρνηση και τους Βρετανούς, όσο και μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων.

Από τις ελληνικές προσδοκίες εκπληρώθηκε μόνο αυτή που αφορούσε στην ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων, που πραγματοποιήθηκε με τη Συνθήκη των Παρισίων το Φεβρουάριο του 1947. Οι αξιώσεις για τα εδάφη της Κύπρου και της Βορείου Ηπείρου προσέκρουσαν στην προτεραιότητα των Μεγάλων Δυνάμεων για διατήρηση ισορροπίας δυνάμεων και αποφυγή νέων αναταραχών στην ευρύτερη περιοχή, έναντι της εφαρμογής των εξαγγελμένων αρχών. Οι, κατά την εκτίμησή τους, επιπτώσεις που θα είχε η ενσωμάτωση της Βορείου Ηπείρου και της Κύπρου στην Ελλάδα ως προς την ισορροπία του χώρου αλλά και η υποτονικότητα της ίδιας της Ελλάδας, λόγω της ταραγμένης κατάστασης στο εσωτερικό της, την εποχή των διαπραγματεύσεων, οδήγησαν στον αποκλεισμό των περιοχών αυτών από την ελληνική εθνική επικράτεια. Με την προσάρτηση των Δωδεκανήσων, η Ελλάδα απέκτησε τα οριστικά της σύνορα.

Γερμανός στρατιώτης φεύγει από την Ακρόπολη παίρνοντας μαζί του τον αγκυλωτό σταυρό.

Γερμανός στρατιώτης φεύγει από την Ακρόπολη παίρνοντας μαζί του τον αγκυλωτό σταυρό.