Παράνομη ακρόαση ραδιοφώνου "Εδώ Λονδίνον..."

Ήσαν πολλοί μέσα στο δωμάτιο κι είχαν όλοι ύφος βλοσυρό κι ανήσυχο. Ατμόσφαιρα μυστηρίου. [...] Ήταν κλειστή κι η πόρτα του χωλλ. Θεόκλειστα ήταν τα πατζούρια κι οι τρύπες και οι χαραμάδες. Έσβυσαν και τα φώτα όλα [...] κι αν ήσαν μαζεμένοι εκεί κι έπαιρναν τόσα μέτρα ασφαλείας, είχαν όλα τα δίκια του κόσμου γιατί πραγματικά επρόκειτο να κάμουν έργο ριψοκίνδυνο. Ν' ακούσουν ραδιόφωνο! Έγκλημα φοβερό που οι κατακτητές μας τιμωρούν σκληρά. Ρητές και κατηγορηματικές είναι οι διαταγές, κανείς να μην ακούη άλλους σταθμούς απ' τους γερμανικούς. Κι όμως ολόκληρη η Αθήνα μαζεύεται το βράδυ και τεντώνει το αυτί. Ησυχία. Αγωνία. Και περιμένομε όλοι. Μπροστά στο ραδιόφωνο είχε στρωθεί ο αρχισυνωμότης. Ηλικία ακαθόριστη. Τύπος της εποχής. ’λλοτε ίσως άνθρωπος, τώρα τσίρος, αν κρίνεις απ' το λαιμό του που αναδύεται σαν σπίρτο μέσα απ' το κωμικοτραγικά φαρδύ κολλάρο του. Πρόσωπο μακρουλό, φορά γυαλιά, έχει φαλάκρα και είναι ριψοκίνδυνος. Μια χερούκλα απλωμένη και με τις άκρες των δαχτύλων κρατάει και παίζει το κουμπί τρεμουλιαστά. [...] Τι περιμένει ν' ακούσει; Ό,τι περιμένουν κι οι άλλοι που σκύβουν εναγώνια πάνω στο ραδιόφωνο -ν' αρπάξουν μια είδηση παρηγοριάς. Ησυχία, είπαμε. Αναμονή. Τι θα πει απόψε το Λονδίνο; Μόνο το μικρό φωτάκι της λαμπίτσας του ραδιοφώνου χύνεται στα πρόσωπα και φτιάχνει γύρω ατμόσφαιρα υποβολής και μυστηρίου. Γουργουρίζει, σφυρίζει, ορύεται κι ύστερα νάτο το σήμα και νάτην η γνώριμη φωνή: -Εδώ Λονδίνον!... Συγκίνηση. Δεν υπάρχουν πια ούτε άνθρωποι, ούτε πρόσωπα, ούτε αναπνοές, ούτε ένα κιχ-παρά μονάχα αυτιά. Αυτιά μεγάλα, μικρά, τριχωτά, χοντρά, ρόδινα, αυτουλάκια, αυτουλάρες, τεντωμένα και γυρισμένα όλα στη φωνή που έρχεται απ' τα πέρατα του κόσμου. Αυτιά και μόνο αυτιά. Αυτιά στον αέρα, στους τοίχους, στο τραπέζι, στις καρέκλες, στον μπουφέ, στον καναπέ, αυτιά διψασμένα που ρουφούν την κάθε λέξη. Μιλάει το Λονδίνον.
(Δημήτρης Ψαθάς, Χειμώνας του '41, Αθήνα, Μαρής, 1979, σ. 46-48)