Τα κείμενα του τέλους


ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ

Ἂς ὑποθέσουμε πὼς δὲν ἔχουμε φτάσει
στὸ μαῦρο ἀδιέξοδο, στὴν ἄβυσσο τοῦ νοῦ.
Ἂς ὑποθέσουμε πὼς ἤρθανε τὰ δάση
μ᾿ αὐτοκρατορικὴν ἐξάρτηση πρωινοῦ
θριάμβου, μὲ πουλιά, μὲ τὸ φῶς τ᾿ οὐρανοῦ,
καὶ μὲ τὸν ἥλιο ὅπου θὰ τὰ διαπεράσῃ.

Ἂς ὑποθέσουμε πὼς εἴμαστε κεῖ πέρα,
σὲ χῶρες ἄγνωστες, τῆς δύσης, τοῦ βορρᾶ,
ἐνῷ πετοῦμε τὸ παλτό μας στὸν ἀέρα,
οἱ ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.
Γιὰ νὰ μᾶς δεχθῆ κάποια λαίδη τρυφερά,
ἔδιωξε τοὺς ὑπηρέτες της ὁλημέρα.

Ἂς ὑποθέσουμε πὼς τοῦ καπέλου ὁ γῦρος
ἄξαφνα ἐφάρδυνε, μὰ ἐστένεψαν, κολλοῦν,
τὰ παντελόνια μας καί, μὲ τοῦ πτερνιστῆρος
τὸ πρόσταγμα, χιλιάδες ἄλογα κινοῦν.
Πηγαίνουμε -- σημαῖες στὸν ἄνεμο χτυποῦν --
ἥρωες σταυροφόροι, σωτῆρες τοῦ Σωτῆρος.

Ἂς ὑποθέσουμε πὼς δὲν ἔχουμε φτάσει
ἀπὸ ἑκατὸ δρόμους, στὰ ὅρια τῆς σιγῆς,
κι ἂς τραγουδήσουμε, -- τὸ τραγούδι νὰ μοιάσῃ
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγῆς --
τοὺς πυρροὺς δαίμονες, στὰ ἔγκατα τῆς γῆς,
καί, ψηλά, τοὺς ἀνθρώπους νὰ διασκεδάση.


ΠΡΕΒΕΖΑ

Θάνατος εἶναι οἱ κάργες ποὺ χτυπιοῦνται
στοὺς μαύρους τοίχους καὶ τὰ κεραμύδια,
θάνατος οἱ γυναῖκες, ποὺ ἀγαπιοῦνται
καθὼς νὰ καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οἱ λεροί, ἀσήμαντοι δρόμοι
μὲ τὰ λαμπρά, μεγάλα ὀνόματά τους,
ὁ ἐλαιῶνας, γύρω ἡ θάλασσα, κι ἀκόμη
ὁ ἥλιος, θάνατος μὲς στοὺς θανάτους.

Θάνατος ὁ ἀστυνόμος ποὺ διπλώνει
γιὰ νὰ ζυγίσῃ μία «ἐλλειπὴ» μερίδα,
θάνατος τὰ ζουμπούλια στὸ μπαλκόνι,
κι ὁ δάσκαλος μὲ τὴν ἐφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Ἐξηκονταρχία Πρεβέζης.
Τὴν Κυριακὴ θ᾿ ἀκούσουμε τὴν μπάντα.
Ἐπῆρα ἕνα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαὶ τριάντα.

Περπατώντας ἀργὰ στὴν προκυμαία,
«Ὑπάρχω;» λές, κ᾿ ὕστερα «δὲν ὑπάρχεις!»
Φτάνει τὸ πλοῖο. Ὑψωμένη σημαία.
Ἴσως ἔρχεται ὁ Κύριος Νομάρχης.

Ἂν τουλάχιστον, μέσα στοὺς ἀνθρώπους
αὐτούς, ἕνας ἐπέθαινε ἀπὸ ἀηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, μὲ σεμνοὺς τρόπους,
θὰ διασκεδάζαμε ὅλοι στὴν κηδεία.


[ΟΤΑΝ ΚΑΤΕΒΟΥΜΕ ΤΗ ΣΚΑΛΑ...]

Ὅταν κατέβουμε τὴ σκάλα τί θὰ ποῦμε
στοὺς ἴσκιους ποὺ θὰ μᾶς ὑποδεχτοῦνε,
αὐστηροί, γνώριμοι, ἀόριστοι φίλοι,
μ᾿ ἕνα χαμόγελο στ᾿ ἀνύπαρκτά τους χείλη;

Τουλάχιστον δωπέρα εἴμαστε μόνοι.
Περνάει ἡ μέρα μας, ἡ ἄλλη ξημερώνει,
καὶ μὲς στὰ μάτια μας διατηροῦμε ἀκόμα
κάτι ποὺ δίνει στὸ πρᾶγμα χρῶμα.

Ἀλλὰ ἐκεῖ κάτου τί νὰ ποῦμε, ποῦ νὰ πᾶμε;
Ἀναγκαστικὰ ἕνας τὸν ἄλλον θὰ κοιτᾶμε,
μὲ κομμένα τὰ χέρια στοὺς ἀγκῶνες,
ἀσάλευτοι σὰν πρόσωπα σὲ εἰκόνες.

Ἂν ἔρθη κανεὶς τὴν πλάκα μας νὰ χτυπήση,
θὰ φαντάζεται πὼς ἔχουμε ζήσει.
Ἂν πάρη ἕνα τριαντάφυλλο ἢ ἀφίση χάμου,
τὸ τριαντάφυλλο θά ῾ναι τῆς ἄμμου.

Κι ἂν ποτὲ στὰ νύχια μας ἀνασηκωθοῦμε,
τὶς βίλλες τοῦ Posillipo θὰ ἰδοῦμε,
Κύριε, Κύριε, καὶ τὸ τερραὶν τοῦ Παραδείσου
ὅπου θὰ παίζουν cricket οἱ ὀπαδοί σου.—