Σχολικός εκφοβισμός - Bullying

Ο σχολικός εκφοβισμός (bullying) συνιστά μορφή επιθετικής συμπεριφοράς που αναπτύσσεται στο σχολικό περιβάλλον και αποκτά ιδιαίτερα ανησυχητικές διαστάσεις στη σημερινή εποχή. Παρόλο που σαν φαινόμενο επισημαίνεται και καταγράφεται τη δεκαετία του 1970, ασφαλώς η γέννησή του είναι προγενέστερη καθώς η βίαιη εκδήλωση συμπεριφορών στα πλαίσια της σχολικής ζωής προϋπήρχε αλλά δεν είχε αισθητοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό που να γίνει αντικείμενο επισταμένης έρευνας.

Εκδηλώνεται με ποικίλους τρόπους και ως όρος χρησιμοποιείται για βίαιες ή επιθετικές πράξεις που ασκούνται επανειλημμένα από ένα παιδί ή από μια ομάδα παιδιών εναντίον ενός συμμαθητή τους, με απώτερο στόχο να του προκαλέσουν σωματικό ή και ψυχικό πόνο και αναστάτωση. Έχει τη μορφή: του λεκτικού εκφοβισμού (προσβολές, παρατσούκλια, διάδοση φημών, υβριστικά σχόλια, κοροϊδία, διακρίσεις, σεξουαλικά σχόλια), της σωματικής βίας (χτυπήματα, σπρωξίματα, κλωτσιές, σπρώξιμο κ.α), του κοινωνικού αποκλεισμού και της περιθωριοποίησης από ομαδικές δραστηριότητες και του ηλεκτρονικού εκφοβισμού (απειλητικές εκφράσεις μέσω του Διαδικτύου, του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και μηνυμάτων στο κινητό τηλέφωνο).

Η Εταιρία Ψυχοκοινωνικής Υγείας του Παιδιού και του Εφήβου μετά από έρευνα που πραγματοποίησε σε συνεργασία με τη Παιδαγωγική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα αγόρια είναι πιο συχνά θύτες και θύματα της εκφοβιστικής συμπεριφοράς που εμφανίζεται στο σχολικό περιβάλλον, Συνήθως χρησιμοποιούν τον άμεσο εκφοβισμό και επιτίθενται σωματικά ενώ τα κορίτσια χρησιμοποιούν τον έμμεσο εκφοβισμό διαδίδοντας φήμες, ασκώντας κοινωνική κριτική και αποκλείοντας παιδιά από ομαδικές δραστηριότητες.

Οι αιτίες που οδηγούν νέους μαθητές στην υιοθέτηση απειλητικών ενεργειών εναντίον των συνομηλίκων τους ασφαλώς είναι ποικίλες:

α) Η επιθυμία των θυτών να αποκτήσουν δημοφιλή εικόνα μέσω της επιβλητικής συμπεριφοράς τους. Θεωρούν ότι διαθέτουν την ικανότητα και την ευχέρεια να κατευθύνουν τις επιλογές των συμμαθητών τους με γνώμονα την προσωπική τους αξιολόγηση και δημιουργούν την αίσθηση στον περίγυρό τους ότι αν δεν συμπλεύσουν με τα κριτήριά τους θα είναι αντιμέτωποι με το μένος τους.

β) Η προσπάθειά τους να εξοβελίσουν πρόσωπα που διαθέτουν διαφορετικά γνωρίσματα και δεν ακολουθούν τα πρότυπα εμφάνισης, σκέψης και συμπεριφοράς που οικειοποιείται η πλειοψηφία των εφήβων. Στην πραγματικότητα εκδηλώνουν την αποστροφή τους σε αυτό που τους δίνει την αίσθηση του αλλιώτικου και του διαφοροποιημένου από εκείνο που επικρατεί.

γ) Η σαθρές αξίες και τα διαβρωμένα ιδανικά μιας σκληρής σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας που τους δημιουργούν συσσωρευμένη οργή και επιθετική διάθεση. Οι αλλοτριωμένες ανθρώπινες σχέσεις ενός καταναλωτικού συστήματος που προβάλλει την αίσθηση της υπεροχής του ατόμου με κριτήριο την υλιστική καταξίωση και όχι με βάση τον πλούτο των ανθρωπιστικών αρχών, είχαν ως αποτέλεσμα την επιφανειακή και συγχυσμένη συγκρότηση της προσωπικότητας κάποιων νέων ανθρώπων.

δ) Τα λανθασμένα πρότυπα συμπεριφοράς που προβάλλονται από τα Μ.Μ.Ε και συχνά κατευθύνουν τους νέους στην άκριτη υιοθέτηση ενεργειών που τους προσφέρουν την ψευδαίσθηση ότι αποκτούν δύναμη και υπεροχή γιατί επιβάλλουν τη θέλησή τους στους ανίσχυρους. Η βία παρουσιάζεται ηρωποιημένη και θεωρείται εύλογη η αποδοχή και η χρήση της.

ε) Η έλλειψη ουσιαστικής παιδείας μέσα από ένα στείρο, άγονο και απομνημονευτικό εκπαιδευτικό περιβάλλον που δημιουργεί συναισθήματα καταπίεσης, αρνητισμού και αντίδρασης με θύματα όσους είναι ευάλωτοι αποδέκτες της οργής. Οι εκφοβιστές βρίσκουν πρόσφορο έδαφος δράσης σε σχολικούς χώρους που οι σχέσεις εκπαιδευτικών και μαθητών είναι αποκομμένες από την υγιή παιδαγωγική διαδικασία.

στ) Οι διαταραγμένες οικογενειακές σχέσεις που μπορεί να χαρακτηρίζονται από την αδιάφορη έως την υπερπροστατευτική στάση των γονέων προς τα παιδιά ή ακόμα και από παραδείγματα βίαιων και επιθετικών συμπεριφορών. Οι θύτες του σχολικού εκφοβισμού προσπαθούν με τις ενέργειές τους είτε να καλύψουν το κενό της ελλειματικής προσοχής και φροντίδας που είχαν στο οικογενειακό περιβάλλον τους, είτε να δηλώσουν με δυναμισμό την παρουσία τους όταν έχουν γίνει αποδέκτες μιας καταπιεστικής υπερπροστατευτικής συμπεριφοράς από τους γονείς τους. Επίσης ενδέχεται να αναπαράγουν με μιμητική προσήλωση την επιθετική και βίαιη στάση των συγγενικών τους προτύπων.

Οι συνέπειες από την ύπαρξη του σχολικού εκφοβισμού είναι πολυεπίπεδες και σημαντικές;

  • Η χρήση και η αποδοχή της βίας ως μέσο επικοινωνίας μεταξύ των παιδιών και ως τρόπος επίλυσης των προβλημάτων και των διαφορών τους, επιδρά στην κοινωνικοποίησή τους. Στο σχολικό περιβάλλον καλλιεργείται κλίμα φόβου, ανασφάλειας, διαρκούς αγωνίας και άγχους με αποτέλεσμα να ανακόπτεται η ικανότητα της μάθησης και να αναπτύσσονται αντικοινωνικές μορφές συμπεριφοράς.
  • Οι μαθητές-θύτες εξοικειώνονται με το συστηματικό εκφοβισμό των άλλων και αποκτούν σταθερά χαρακτηριστικά ανυπακοής, απειθαρχίας και βίαιης πρόκλησης. Η εμπλοκή τους σε παραβατικές και αντικοινωνικές συμπεριφορές τους απομακρύνει σταδιακά από τη σχολική δράση και μπορεί μακροπρόθεσμα να τους κάνει ευάλωτους και επιρρεπείς σε αρνητικές επιδράσεις. Είναι πιθανό να διατηρήσουν την εκφοβιστική συμπεριφορά τους και κατά την ενηλικίωσή τους χωρίς να μπορούν να αναπτύξουν και να διατηρήσουν εποικοδομητικές κοινωνικές σχέσεις.
  • Οι μαθητές που θυματοποιούνται παρουσιάζουν συμπτώματα άγχους, χαμηλής αυτοεκτίμησης, έλλειψη αυτοπεποίθησης,  συναισθήματα κατωτερότητας, αρνητικής αυτοκριτικής ακόμη και κατάθλιψης. Διαταράσσεται η ψυχοσωματική τους υγεία και αποσύρονται από την ενεργό σχολική δράση καθώς ενδέχεται να εμφανίσουν χαμηλές σχολικές επιδόσεις, μαθησιακές δυσκολίες, τάση παραίτησης και μελαγχολία. Το σχολικό περιβάλλον μετατρέπεται σε ένα στρεσσογόνο και άξενο χώρο που δεν τους παρέχει κανένα κίνητρο για αυτοβελτίωση αλλά αποκτά εφιαλτικές διαστάσεις.
  • Διαταράσσεται η αρμονική συνύπαρξη των μελών της σχολικής κοινότητας καθώς προβάλλονται τα στοιχεία της εξουσιαστικής επιβολής, του πειθαναγκασμού, της παραβατικότητας και της ανομίας. Τα μέλη του σχολείου διαιρούνται σε αντίπαλα στρατόπεδα και ακόμη και εκείνοι που γίνονται απλοί παρατηρητές-θεατές του φαινομένου μετέχουν με τη σιωπηρή ανοχή τους στην παγίωση ενός αρνητικού κλίματος που εκθρέφει διαστεβλωμένες αρχές.
  • Οι εκπαιδευτικοί χάνουν την παιδαγωγική τους αξιοπιστία στα μάτια των μαθητών καθώς είτε αγνούν το μέγεθος των προβλημάτων, είτε παρουσιάζονται ανεπαρκείς για την πρόληψη και την αντιμετώπισή τους. Επομένως το σχολικό περιβάλλον μετατρέπεται σε αρένα επιβίωσης των ισχυρότερων με θύτες και θύματα να καθορίζουν την ποιότητα της καθημερινής σχολικής ζωής.
Οι τρόποι αντιμετώπισης του σχολικού εκφοβισμού οφείλουν να είναι καίριοι και συντονισμένοι:
  • Απαιτούνται δράσεις πρόληψης του φαινομένου σε επίπεδο σχολικού συστήματος και τάξης. Η ανάπτυξη ομαδοσυνεργατικών δράσεων ενθαρρύνει τους μαθητές να καλλιεργήσουν συναισθήματα αλληλοαποδοχής, αλληλεγγύης και υποστήριξης. Η διαδικασία της μάθησης δεν έχει το στερεότυπο χαρακτήρα της μετάδοσης γνωστικού φορτίου από τον εκπαιδευτικό αλλά δίνεται η ευκαιρία στους μαθητές να προχωρήσουν διερευνητικά και ανακαλυπτικά με πνεύμα συνεργασίας στο καινούριο και να προσεγγίσουν παράλληλα με βιωματικές διαδικασίες την προσωπικότητα των συμμαθητών τους. Με τον τρόπο αυτό τα παιδιά προχωρούν ενισχυμένα με λιγότερες προκαταλήψεις για το διαφορετικό και υιοθετούν μια διευρυμένη αντίληψη για την αποδοχή του.
  • Η πρόληψη είναι επιτακτική αναγκαιότητα και σε επίπεδο οικογενειακής δομής. Οι γονείς οφείλουν να μεγαλώνουν τα παιδιά τους και να διαπλάθουν το χαρακτήρα τους με γνώμονα υγιείς ανθρωπιστικές αξίες και αρχές. Πρέπει να αξιοποιούν το διάλογο και να ενθαρρύνουν την ανάπτυξη των έμφυτων κλίσεων και των ταλέντων τους. Είναι οφέλιμη η καλλιέργεια του σεβασμού προς τους συνανθρώπους και η επιβράβευση και αναγνώριση των προσπαθειών τους ώστε να ενισχύεται η αυτοεκτίμησή τους.
  • Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να ανανεώνουν όχι μόνο το γνωστικό δυναμικό τους αλλά και τις παιδαγωγικές δεξιότητές τους και να επιμορφώνονται για την αντιμετώπιση των φαινομένων που διαταράσσουν την ομαλή λειτουργία της σχολικής κοινότητας και παρεμποδίζουν την κοινωνικοποίηση των μελών του.
  • Η ορθή αντιμετώπιση των περιστατικών του σχολικού εκφοβισμού απαιτεί επίσης την αγαστή συνεργασία των εκπαιδευτικών, των γονέων και κηδεμόνων αλλά και των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών και φορέων. Είναι χρήσιμη η αξιοποίηση συμβουλευτικών σταθμών, κοινωνικών υπηρεσιών των δήμων, κέντρων που είναι στελεχωμένα με κατάλληλο προσωπικό (ψυχολόγους, θεραπευτές, ειδικούς παιδαγωγούς, κοινωνικούς λειτουργούς).
  • Η έκθεση των παιδιών στη συνεχή προβολή αρνητικών κοινωνικών προτύπων και επιθετικών ηρώων από τα μέσα ενημέρωσης και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια πρέπει να ελέγχεται από το γονεϊκό περιβάλλον και να αντικαθίσταται με δημιουργικές διεξόδους απασχόλησης όπως αθλητικές δραστηριότητες, καλλιτεχνικές απασχολήσεις κ.α.